Newspaper 'Tipos tis Kiriakis' (Greek)

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ Α.Θ.Μ. ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ κ.κ. ΠΕΤΡΟΥ Ζ’ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ ΓΕΩΡΓΙΟ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟ

Ερώτηση 1:

Μακαριώτατε, βρισκόμαστε προ μίας σοβαρής κρίσεως μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος. Πρόκειται για ένα διμερές ζήτημα που προέκυψε από καινοφανείς και μετά από 75 χρόνια απαιτήσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε  βάρος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ή όλες μαζί οι τοπικές Εκκλησίες (πρεσβυγενή και νεώτερα Πατριαρχεία και Αυτοκέφαλες Εκκλησίες) αποτελούν Μια Εκκλησία, που πρέπει να ενδιαφερθούν εμπράκτως, ώστε να αποφευχθεί το σχίσμα; 

Απάντηση:

Αγαπητέ κ. Παπαθανασόπουλε, πρωτίστως σας ευχαριστούμε  για την ευκαιρία της παρούσης συναντήσεως, καθώς δι’ αυτής επικοινωνούμε   και με τους εκλεκτούς  αναγνώστες σας, οι οποίοι είναι και οι τελικοί αποδέκτες της παρούσης συζητήσεως.  

Είναι πράγματι αλήθεια, ότι οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου ΚΠόλεως και της Εκκλησίας της Ελλάδος διέρχονται δύσκολη ή μάλλον τεταμένη περίοδο, εξ αιτίας της διαφορετικής προσεγγίσεως του περίφημου πλέον Τόμου του έτους  1928, ο οποίος ορίζει τις σχέσεις των λεγομένων «Μητροπόλεων των Νέων Χωρών», τόσο προς το Πατριαρχείο ΚΠόλεως, όσο και προς την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Βεβαίως το όλο ζήτημα έχει λάβει απρόβλεπτες διαστάσεις, παρόλο που έχει εμπλουτισθεί με ποικίλες εκθέσεις, γνωματεύσεις και συζητήσεις μεταξύ ιεραρχών, ειδικών επιστημόνων, αλλά και του λαού.

Βεβαίως, τα Πατριαρχεία και οι άλλες Εκκλησίες παρακολουθούμε με ενδιαφέρον την πορεία του όλου ζητήματος, προσευχόμεθα υπέρ της κατά Θεόν ειρήνης των Εκκλησιών, αν και δεν είναι δυνατόν ούτε να επέμβουμε στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών, ούτε και να λάβουμε άλλη θέση εκτός από την διαρκή υπενθύμιση της αξίας του διαλόγου, η οποία συνδέεται με την παράκληση για αμοιβαία προσπάθεια αλληλοκατανοήσεως και καταλλαγής.

Παρά ταύτα, έχουμε απόλυτη εμπιστοσύνη στις δύο Εκκλησίες, στους Προκαθημένους τους και στους ιεράρχες τους, ότι το «σχίσμα» θα αποφευχθεί, καθώς πρόκειται για ζήτημα που δεν δικαιολογεί την έσχατη αυτή απόφαση, η οποία τελικώς δεν αποτελεί λύση, καθώς θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν το δεδομένο ότι οι μητροπόλεις Θεσσαλονίκης, Ελευθερουπόλεως και Κοζάνης θα πρέπει για λόγους πνευματικούς και διοικητικούς να αποκτήσουν τον επίσκοπο τους, εφ’ όσον ο επίσκοπος είναι «πύλη σωτηρίας». Οι νέοι μητροπολίτες θα κληθούν να θεραπεύσουν τα τραύματα που έχει επιφέρει η σχετική διαφωνία στα εκκλησιαστικά σώματά τους, έργο δύσκολο, σύνθετο και προφανώς θα χρειαστεί πολύς χρόνος.

Είμεθα δε απολύτως βέβαιοι, ότι οι δύο αγαπητοί Προκαθήμενοι, τόσο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όσο και της Εκκλησίας της Ελλάδος, επειδή γνωρίζουν τις επαχθείς και ακραίες συνέπειες  του «σχίσματος», και επειδή έχουν βαθύτατη εκκλησιαστική συνείδηση της αποστολής τους  δεν θα επιτρέψουν -όσο κι αν προκαλούνται-  να φθάσει η όλη υπόθεση έως εκεί, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ακόμη και  το λεγόμενο «σχίσμα» με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, κατανοείται πλέον ως «ακοινωνησία» μετά την αμοιβαία  «άρση των αναθεμάτων»

Ερώτηση 2:

Εμμέσως εμπλέκεται στην κρίση και η Ελληνική Πολιτεία, αφού το Οικουμενικό Πατριαρχείο ζητεί από την Εκκλησία της Ελλάδος να παραβεί την έννομη τάξη και τον Καταστατικό της Χάρτη, που είναι ο Νόμος 590/1974. Ζώντας Εσείς  και η κάθε Εκκλησία σε διάφορα κρατικά περιβάλλοντα προσαρμόζεστε στους νόμους του κάθε κράτους, ή παρανομείτε όταν θεωρείτε ότι παραβιάζεται κάποιος κανόνας καταργώντας την έννομη τάξη εν ονόματι των Κανόνων;

Απάντηση:

Πράγματι, το πλέγμα των σχέσεων μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Ελληνικού Κράτους είναι σύνθετο και επιδέχεται διάφορες προσεγγίσεις, μολονότι δεν φαίνεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο να επιθυμεί την κατάλυση της εννόμου τάξεως στο Ελληνικό Κράτος, με το οποίο το ίδιο, αλλά και όλες οι ελληνόφωνες Εκκλησίες βρισκόμεθα σε αγαστή συνεργασία κατά την προσπάθεια μας για πρόοδο και προώθηση του συνολικού Πατριαρχικού  μας έργου. Αντίστοιχο σεβασμό της έννομης τάξεως έχει ευλόγως  το Πατριαρχείο ΚΠόλεως και προς το Τουρκικό Κράτος.

Σχετικώς δε με το δεύτερο σκέλος της ερωτήσεώς σας, το οποίο άπτεται σημαντικών θεμάτων της σχέσεως των Πατριαρχείων μας, τα οποία εκτείνουν τις δικαιοδοσίες τους σε μη αμιγώς ορθοδόξους ή και μη χριστιανικούς πληθυσμούς, η εκκλησιαστική ιστορία παρέχει ένα ασφαλές προηγούμενο, σύμφωνα με το οποίο προκρίνεται πάντοτε το συμφέρον της Εκκλησίας κατά περίπτωση.

Ίσως δε η περίπτωση του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής να είναι ζηλευτό παράδειγμα προς μίμηση, διότι στηρίζεται τόσο στον σεβασμό των Αιγυπτιακών Αρχών, αλλά και του λαού προς το Πατριαρχείο, όσο και στην αρμονική συμβίωση των χριστιανών με τους μουσουλμάνους, αποτέλεσμα μακράς ιστορικής συνυπάρξεως και αμοιβαίας βουλήσεως για αλληλοσεβασμό.

Ερώτηση 3:

Ο Καθηγητής του Α.Π.Θ. κ. Αθ. Αγγελόπουλος στην ομιλία του στο Διορθόδοξο Κέντρο της Μονής Πεντέλης κατά την εορτή του Ιερού Φωτίου διατύπωσε την άποψη ότι πρώτον πρέπει να αποφευχθεί το σχίσμα για λόγους εκκλησιαστικούς αλλά και εθνικούς, και δεύτερον ότι αν δεν βρεθεί μεταξύ των δύο Εκκλησιών λύση να συγκροτηθεί μια μείζων Σύνοδος, η οποία και να επιχειρήσει να λύσει το ζήτημα ειρηνικά. Πώς βλέπετε την πρόταση; Και σκέπτεστε να πάρετε μια πρωτοβουλία επ’ αυτής της δεύτερης προτάσεως;

Απάντηση:

Η άποψη του έγκριτου καθηγητή της Εκκλησιαστικής Ιστορίας κ. Αθανάσιου Αγγελόπουλου είναι ενδιαφέρουσα και αποτέλεσμα μελέτης και προσηλώσεως στην Εκκλησία, καθώς ούτε για το ελληνικό έθνος, ούτε κυρίως για την Εκκλησία είναι ευκταίες οι συγκρούσεις μεταξύ Προκαθημένων.

Η σύγκληση μείζονος Συνόδου είναι δυνατόν να επιφέρει και να προωθήσει μια λύση, καθώς στις αποφάσεις των μειζόνων Συνόδων οφείλουμε υπακοή. Η βαθύτατα ώριμη εκκλησιαστική  συνείδηση αμφοτέρων των Προκαθημένων θα βοηθήσει ώστε «η ενότητα των Εκκλησιών να διακρατείται» και συνεπώς, δεν θα χρειασθεί να φθάσουμε έως εκεί, αλλά εν ειρήνη θα αντιμετωπισθούν τα προκύψαντα ζητήματα με βάση τις αρχές του γνήσιου, φιλάδελφου και ειλικρινούς διαλόγου.

Σχετικώς δε με την ανάληψη πρωτοβουλίας από πλευράς του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, είμεθα έτοιμοι εν αγάπη να συμβάλλουμε κατά το μέτρο του δυνατού, καθώς είναι απαραίτητο να τηρηθεί η οφειλόμενη τιμή τόσο προς τους θεσμούς, όσο και προς τα πρόσωπα δια των οποίων οι θεσμοί εκφράζονται και υπάρχουν.  Στο σημείο δε αυτό, είναι απαραίτητο να δηλωθεί, ότι οι επιλογές των εκκλησιαστικών ηγετών δεν είναι φρόνιμο να αγνοούν την κατάσταση των άλλων Εκκλησιών, καθώς και τον αντίκτυπο που επιφέρουν στο εσωτερικό τους. 

Γνωρίζουμε από την εκκλησιαστική ιστορία, ότι το συμφέρον της Εκκλησίας είναι συνολικό επίτευγμα και κατόρθωμα πάντων και τίποτε δεν προηγείται και δεν έχει μεγαλύτερη αξία. Επίσης γνωρίζουμε, ότι δεν είναι δυνατόν να επιτυγχάνεται η πρόσκαιρη πρόοδος μιας τοπικής Εκκλησίας σε βάρος άλλης. Υπό το πνεύμα αυτό, οι προσωπικές σχέσεις των Προκαθημένων δύναται πάντοτε να φέρει καρπούς και ορατά αποτελέσματα.

Ερώτηση 4:

Κατ’ επανάληψη έχετε προτείνει να καθιερωθούν συναντήσεις τακτικώς μια φορά το χρόνο και εκτάκτως όποτε παρίσταται ανάγκη μεταξύ των Πατριαρχών και των Προκαθημένων των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Έτσι θα συζητούνται τα επίκαιρα ζητήματα, θα αποφεύγονταν οι κρίσεις και θα είχε άλλο βάρος μια τυχόν ανακοίνωση. Λέγεται ότι δεν συγκαλούνται, επειδή δεν προβλέπονται από τους Ιερούς Κανόνες. Πιστεύετε ότι είναι κάτι δικαιολογημένο στις μέρες μας;

Απάντηση:

Όπως αναφέραμε και προηγουμένως, η υπερδισχιλιετής ιστορία της Εκκλησίας έχει διαμορφώσει τρόπους και έχει δημιουργήσει συνθήκες με σκοπό την καλύτερη διακονία της Εκκλησίας και την πνευματική πρόοδο του πιστού λαού της. Οι Ιεροί Κανόνες παρέχουν το περίγραμμα της διακονίας της Εκκλησίας, και είναι απολύτως σεβαστοί, μολονότι συχνά παραμένουμε τόσο στην διοίκηση, όσο και στην ποιμαντική εγκλωβισμένοι στο «γράμμα» και χάνουμε το «ζωοποιό πνεύμα» τους, καθώς αγνοούμε ή και αδιαφορούμε για το ιστορικό τους κέλυφος και τις συγκεκριμένες συνθήκες που οδήγησαν στην διατύπωσή τους.

Οι Ιεροί Κανόνες, ως απόσταγμα της πρακτικής εμπειρίας και της διαρκώς προσαρμοζόμενης εκκλησιαστικής ζωής θα πρέπει να αντιμετωπίζονται και κυρίως να χρησιμοποιούνται με προσοχή, καθώς παρατηρείται το φαινόμενο της εμμονής στην τήρηση κανόνων ηθικής σε βάρος των διοικητικών κανόνων ή και αντιστρόφως. Καταχρηστική ερμηνεία και αναφορά στο κανονικό πλαίσιο ζωής της Εκκλησίας μόνο προβλήματα εγείρει, ενώ οι ίδιοι οι Ιεροί Κανόνες  παρέχουν το όριο της «φιλανθρωπίας» που η Εκκλησία καλείται ή έχει ιστορικώς εφαρμόσει στην πορεία Της ανά τους αιώνες.

Ερώτηση 5:

Η Πανορθόδοξη Σύνοδος έχει παγώσει λόγω της διαφωνίας του Πατριαρχείου της Μόσχας για τη συμμετοχή στις προσυνοδικές διασκέψεις της Αυτόνομης Εκκλησίας της Εσθονίας. Δεν πρέπει να βρεθεί μία λύση, ώστε να προχωρήσει η διαδικασία, που ήδη έχει συμπληρώσει πάνω από 70 χρόνια προετοιμασίας, αν δεν απατώμαι;

Απάντηση:

Το ζήτημα της Πανορθοδόξου Συνόδου είναι εξαιρετικώς σοβαρό και μάλλον επείγον, και παρά τα προβλήματα, τις ποικίλες προσεγγίσεις και τις προφανείς αγκυλώσεις που παρουσιάζονται, οι οποίες ενώ είναι ανθρωπίνως δικαιολογημένες, καθυστερούν τελικώς την πορεία της Εκκλησίας του Χριστού. Γι’ αυτό και είναι ανάγκη να προχωρήσει η όλη διαδικασία προετοιμασίας  με κάθε τρόπο και ίσως με κάθε θυσία. 

Στην Σύνοδο αυτή θα αντιμετωπισθούν ορισμένα ζητήματα που από καιρό  ταλανίζουν την Εκκλησία, έστω κι αν άλλα παραμείνουν άλυτα ή καθυστερήσουν.  Η Εκκλησία καλείται σήμερα, ίσως παρά ποτέ, να επαναδιατυπώσει την πίστη Της με τρόπο που να είναι κατανοητός στον σύγχρονο κόσμο, και επίσης να αντιμετωπίσει την αλλαγή που είναι ορατή στις κοινωνίες.

Τα σύγχρονα ρεύματα μας καλούν να αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα που παρέχει η Πανορθόδοξη Σύνοδος, ώστε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες προόδου, καθώς η διαρκής προσαρμογή της Εκκλησίας δύναται μόνο να ονομάζεται «παράδοση», όρος που συνήθως  περιορίζεται στο περιεχόμενο του φολκλορισμού και της επαναλήψεως εξωτερικών τύπων του παρελθόντος, ενώ κάθε πρωτοβουλία  χαρακτηρίζεται βεβιασμένως ως «εκκοσμίκευση».

Ερώτηση 6:

Τελικά Μακαριώτατε, όπως βιώνετε εσείς τα σοβαρότατα κοινωνικά, βιοτικά, πνευματικά και άλλα προβλήματα στην Αφρική και όπως όλοι οι λαοί απανταχού της γης τα βιώνουν, νομίζετε ότι αυτή η εσωστρέφεια και οι τριβές μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών και ειδικότερα των ελληνοφώνων είναι κάτι φυσιολογικό, ή αποτελεί μια ανεπίτρεπτη πολυτέλεια;

Απάντηση:

Η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία» ως «σώμα Χριστού» υπέρκειται των μονάδων, καίτοι  αποτελείται από «μέλη εκ μέρους» κατά την αποστολική έκφραση.  Τα προβλήματα, όταν φωτίζονται από την εμπειρία του Σταυρού και της Αναστάσεως μεταμορφώνονται σε τρόπους αναδείξεως και επεμβάσεως της Χάριτος του Θεού στον κόσμο και της επενέργειας του Αγίου Πνεύματος στην εσωτερική ζωή της Εκκλησίας.

Η «εσωστρέφεια» δεν θεραπεύεται με άλλες μονομερείς πράξεις, με κινήσεις εντυπωσιασμού, με την μονομερή προώθηση συμφερόντων μίας τοπικής Εκκλησίας έναντι άλλης, με αυταρέσκεια, με αυτάρκεια και με προσπάθεια για επιβολή προτύπων και νοοτροπιών.  Η Εκκλησία είναι δεξαμενή προόδου των λαών και των εθνών και έτσι  θα παραμείνει στους αιώνες για να διακονεί τον κόσμο και τον άνθρωπο.

Υπό την έννοια αυτή, οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών, οι ιεράρχες και οι κληρικοί, αλλά και οι πιστοί έχουν την αναλογική ευθύνη τους, έκαστος από τον τόπο όπου τάχθηκε για να προσφέρει την διακονία του.  Διαφορές υπήρχαν και θα υπάρχουν, σημασία έχει να παραμένει το όραμα και η άμεση συνείδηση ότι προηγείται η Εκκλησία και όχι η ατομική μας ανάδειξη. Αυτά παρέρχονται, οι αμαρτίες συγχωρούνται από το Θεό και το μόνο κριτήριο μας ας είναι η ευαγγελική αγάπη της διακονίας προς τον Θεό, τον πλησίον και τον κόσμο. Αυτή είναι η προσευχή μας και επομένως εργαζόμεθα προς την κατεύθυνση της ενότητας της Εκκλησίας  με πνεύμα διαλόγου και συνεργασίας.

Σας ευχαριστούμε θερμώς για την δυνατότητά μας να επικοινωνήσουμε με το αγαπητό σας πρόσωπο και με τους αναγνώστες σας.

----------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Updated 10/06/04