Μοναχισμός στην Αίγυπτο

Η γέννηση και ανάπτυξη του Μοναχισμού στην Αίγυπτο

 

Υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Νειλουπόλεως Γεωργίου

 

Εισήγηση στο Μοναστικό Συνέδριο της Ιεράς Μονής Μαχαιρά  Λευκωσία, Οκτώβριος 2001. 

 

Η Αίγυπτος υπήρξε η χώρα της γεννήσεως και της εμφανίσεως του μοναχισμού υπό διάφορες μορφές. Από την Αίγυπτο ο μοναχισμός εξαπλώθηκε σε ολόκληρο το κόσμο. Ο ασκητικός βίος βρίσκει την πλήρη έκφρασή του μέσα από τους πρώτους ασκητές της προχριστιανικής Εκκλησίας, όπως τον Προφήτη Ηλία και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Εκείνοι όμως που ανεξάρτητα από τις ευαγγελικές ρήσεις εισήγαγαν ίδιο σύστημα μοναχικού ιδεώδους, εμπνευσμένοι πάντα φυσικά από τη θεία χάρη, ήταν οι ασκητές των ερήμων της Νιτρίας (Νατρούν) και της Θηβαίδος (Άνω Αίγυπτος).

 

Η Αιγυπτιακή γη κατέστη το κέντρο της ασκητικής πνευματικότητας με δύο μεγάλα μοναστικά κέντρα: το ένα στην έρημο της Νιτρίας, στη δυτική όχθη του Νείλου, με ηγετική μορφή τον περίφημο ασκητή Αμμούν ή Αμμώνιο και το άλλο στην έρημο της Θηβαίδος, στην Άνω Αίγυπτο, με κύριο εκφραστή τον Αββά Μακάριο.  

 

Σε αυτά τα μοναστικά κέντρα οι ασκητές ζούσαν στις λεγόμενες καλύβες, έχοντας και κοινή, ως ένα βαθμό, ζωή, γεγονός που έλυνε πολλά προβλήματα, αφού ταυτόχρονα με την άσκηση, συμμετείχαν και στη μυστηριακή κοινωνία και επικοινωνία, ιδιαίτερα κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, οπότε ετελούντο κοινές προσευχές και το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.  

 

Παράλληλα στις περιοχές αυτές δημιουργήθηκαν σταδιακά κοινά αρτοποιεία, νοσοκομεία, μαγειρεία κλπ., τα οποία εξυπηρετούσαν τους μοναχούς σε πρακτικό επίπεδο. Τα μοναστικά αυτά κέντρα αποτέλεσαν πρότυπα ασκητικής ανάπτυξης όχι μόνο για την Ανατολή αλλά και για τη Δύση. Ονομάστηκαν δε οι οργανωμένες αυτές κοινοτικές συνοικίες Λαύρες και μπορούμε να πούμε πως αποτέλεσαν το μεταβατικό στάδιο από τον αναχωρητισμό προς τον οργανωμένο πλέον κοινοβιακό μοναχισμό.  

 

Ο Μέγας Παχώμιος είναι ο πρώτος που σύνδεσε το όνομά του με μια διαφορετική από τον ασκητισμό αντίληψη της μοναχικής ζωής, δηλαδή τον κοινοβιακό μοναχισμό, που αποδείχτηκε ως ο πλέον γόνιμος μοναχισμός χωρίς όμως να χαθεί ο ασκητισμός.

 

Τις περιοχές λοιπόν της Νιτρίας και της Θηβαίδος πλημμύρισαν χιλιάδες ερημίτες και αναχωρητές που έζησαν όλο το μεγαλείο της δόξας του Θεού στη γη. Μια μαρτυρία μας λέει, ότι οι μοναχοί της Νιτρίας ξεπερνούσαν ο ένας τον άλλο σε αρετές και εργάζονταν να ξεπεράσουν τους άλλους. Ήταν όπως θα λέγαμε σήμερα ένα πρωτάθλημα, όπου επιχειρούσαν να διακριθούν στους ασκητικούς αγώνες, χωρίς πάντοτε να αποκλείονται και κάποιες υπερβολές.

 

Η  αποδοχή της ιδεώδους αυτής ζωής έφερνε τον άνθρωπο πολύ κοντά στο Θεό. Ό Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος πολύ ορθά σημειώνει πως: ‘αι αγίαι ψυχαί άγονται και οδηγούνται υπό του ηνιοχούντως Πνεύματος του Χριστού, όπου βούλεται. Η βασιλεία του φωτός και η επουράνιος εικών, Ιησούς Χριστός, μυστικώς νυν την ψυχήν φωτίζει, και βασιλεύει εις την ψυχήν των Αγίων’. Έτσι το Άγιο Πνεύμα γίνεται συνοδοιπόρος και σύντροφος στην ασκητική ζωή των μοναχών και των αναχωρητών.

 

Ο Παλλάδιος που συνέγραψε την Ιστορία των Μοναχών της Αιγύπτου πολύ χαρακτηριστικά σημειώνει: ‘...είδον νέους προφήτας κατά την πολιτείαν αυτών ένθεον και θαυμαστήν και ενάρετον έχοντας, ενέργειαν θεοειδή, ως Θεού θεράποντες, ουδέν γήινον φρονούντες, ουδέν των προσκαίρων τούτων λογιζομένους, αλλ’ όντως ούτως επί γης ζώντες ως εν ουρανοίς πολιτεύονται’. Και συνεχίζει για να δικαιολογήσει την ανάπτυξη του χριστιανικού μοναχισμού στην Αιγυπτιακή γη ‘όσον ου δύναται βασιλεύς γήινος εαυτώ στράτευμα συναθροίσαι ου γαρ έστι κώμη εν Αιγύπτω τε και Θηβαίδι, ούτε πόλις, ή ουχί τοις μοναστηρίοις καθάπερ τείχεσι περιβέβληται, και ταις αυτών ευχαίς οι λαοί ώσπερ επί Θεώ επερείδονται’.

 

Ο Άγιος Κασσιανός ο μέγας αυτός ασκητής και γνώστης των κοινοβίων της χώρας του Νείλου λέει χαρακτηριστικά: ‘Μέσα στο κοινόβιο πρέπει να ζούμε με πρότυπο τον τύπο και το σχήμα του Σταυρού, πάνω στον οποίο κρεμάστηκε προς χάριν μας ο Δεσπότης Χριστός. Όπως εκείνος που έχει καρφωμένο το σώμα στο ξύλο, ακινητοποιείται και δεν μπορεί να ενεργήσει κάτι που θα ήθελε, έτσι κι εκείνος που έχει καρφωμένη την σκέψη του στο φόβο του Θεού, ακινητοποιείται ως προς κάθε σαρκικό θέλημα’.

 

Έτσι λοιπόν αναπτύχθηκε γρήγορα το μοναχικό ιδεώδες στις έρημες και δυσπρόσιτες περιοχές της Αιγύπτου. Δεν πρέπει δε να μας διαφεύγει το γεγονός ότι ο βίος των Αλεξανδρέων ήταν πλήρης από την χλιδή και τις απολαύσεις της ζωής. Η αμαρτία πλεόναζε και η ειδωλολατρία και η αίρεσις απομάκρυναν τον άνθρωπο από τον Θεό και τον κρατούσαν δέσμιο των παθών. Σε κανένα άλλο έθνος δεν υπερπλημμύρισε η άσεμνη συμπεριφορά των ανθρώπων, όσο στην Αίγυπτο. ‘ου δε επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερήσσευσεν η χάρις’, τονίζει ο Απόστολος των εθνών στην προς Ρωμαίους επιστολή του (Ρωμ. Ε΄, 20).

 

Για το λόγο αυτό γρήγορα στερεώθηκε η αγγελική πολιτεία στη χώρα της Αιγύπτου. Η αγιότητα και ο ασκητικός βίος στην Εκκλησία των Αλεξανδρέων ήταν η απάντηση στις απαιτήσεις της εποχής, αλλά και στην εκ Θεού πρόσκληση.

 

Με την σωματική και την πνευματική άσκηση ο μοναχός αναχωρητής της πρώτης εκείνης εποχής στην έρημο της Αιγυπτιακής γης γεύεται τους καρπούς της τέλειας κτίσης. Μέσα στη νέα αυτή κατάσταση που οδηγείται ο μοναχός ή ο ασκητής υπάρχει και ο χώρος του πειρασμού.

 

Πράγματι οι μεγάλοι ασκητές της ερήμου είχαν τη δύναμη και το πνευματικό θάρρος να αναμετρηθούν με τους δαίμονες χωρίς να φοβούνται τα πονηρά τους τεχνάσματα. Ο Μέγας Αντώνιος ενώ αντιμετώπισε μέσα στην άσκηση και τη βίωση του αναχωρητισμού τον διάβολο και τον νικούσε, στο τέλος της ζωής του ομολογούσε την αδυναμία του. Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς συμπληρώνει ‘ότι τα πάθη είναι παρά φύσιν κίνησις της ψυχής’.

 

Ο Αλεξανδρινός τρόπος αντιμετώπισης των παθών και καλλιέργειας της ψυχής χρησιμοποιώντας την ασκητική μετάνοια σαν μέσο κάθαρσης είναι εκείνο που αργότερα χρησιμοποίησαν όλοι οι μετέπειτα πνευματικοί ηγέτες και σοφοί διδάσκαλοι της οικουμενικής χριστιανικής Εκκλησίας.

 

Ο Άγιος Νείλος ο Ασκητής σημειώνει χαρακτηριστικά: ‘Μακάριος εστι ο μοναχός, ο πάντων την σωτηρίαν και προκοπήν, ως οικείαν μετά πάσης χαράς ορών. Μακάριος έστι ο μοναχός, ο πάντας ανθρώπους ως Θεόν μετά Θεόν  λογιζόμενος. Μοναχός εστίν ο πάντων χωρισθείς και πάσι συνηρμοσμένος’.

 

Εκείνος που πραγματικά τίμησε με την αγιότητά του και τον ασκητικό του βίο όχι μόνο την Εκκλησία της Αλεξανδρείας αλλά και την εν γένει Χριστιανική Εκκλησία ήταν ο Μέγας Αντώνιος (250 μ.Χ. έζησε για περίπου 105 με 110 χρόνια). Ήταν υπόδειγμα ευσεβούς νέου. Από την παιδική του ηλικία έμενε κοντά και συνδεόταν στενά με τους ευλαβεστάτους γονείς του που ζούσαν στο χωριό Κομά της Άνω Αιγύπτου. Η στενή αυτή επαφή και συναναστροφή που είχε με τους γονείς του, η εμμονή του να μείνει κοντά τους, στο σπίτι τους, και να γνωρίζει μόνο το δρόμο από και προς την εκκλησία έδωσαν στο νεαρό Αντώνιο την απαιτούμενη προετοιμασία για τον μεγάλο δρόμο που ανοιγόταν μπροστά του και που οδηγούσε χιλιάδες ψυχές στην προσωπική τους σωτηρία και μετάνοια.

 

Μια μέρα λοιπόν που βρισκόταν στην εκκλησία, θα ήταν περίπου είκοσι ετών, αναγινώσκετο η Ευαγγελική περικοπή, όπου ο Κύριος έλεγε στον πλούσιο νέο να πουλήσει όλη τη περιουσία του, και να δώσει το αντίτιμο στους φτωχούς και να τον ακολουθήσει για να γίνει έτσι τέλειος και να έχει θησαυρό στον ουρανό. Ο Αντώνιος θεώρησε ότι η φωνή αυτή απευθυνόταν προς τον ίδιο και έτσι, φεύγοντας από την Εκκλησία και χωρίς χάσιμο χρόνου, έτρεξε και διαμοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και στους γύρω του, γιατί μέσα του έβλεπε ότι μόνο έτσι θα μπορούσε να πλησιάσει καλύτερα τον ίδιο τον Θεό και θα γινόταν πιστός, αχώριστος φίλος και σύντροφός του.

 

Έτσι όλοι τον θαύμαζαν και έγινε πρότυπο αγιότητας και ασκητικού βίου κοσμημένος με όλες τις αρετές. Πρώτος εκείνος έδινε το παράδειγμα. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γνώστης του βίου του Μεγάλου Ασκητού παρατηρεί πως, ο Μέγας Αντώνιος υπήρξε του μοναχικού βίου η νομοθεσία.

 

Γιατί όμως ο Μέγας Αντώνιος ονομάστηκε Πατριάρχης και θεμελιωτής του αναχωρητικού βίου; Την εποχή κατά την οποία έζησε ο Μέγας Αντώνιος στην Αίγυπτο η Εκκλησία είχε να παλέψει με δύο θανάσιμους εχθρούς της. Από τη μια οι Ρωμαίοι διώκτες των χριστιανών και από την άλλη οι αιρετικοί. Το κλίμα δεν ήταν καθόλου ευχάριστο. Ο διωγμός του Δεκίου (249-251) άφησε χιλιάδες αθώα θύματα της κακίας και του μίσους κατά των πιστών του Χριστού. Η Αίγυπτος τότε γέμισε με μοναχούς που μαζεύτηκαν από κάθε γωνιά της ερημικής γης για να ασκηθούν στη προσευχή, στην ακτημοσύνη και στην εγκράτεια. Με αρχηγό τον Μέγα Αντώνιο όλη η περιοχή της ερημικής Νιτρίας γέμισε από ανθρώπους που είχαν εγκαταλείψει τα γήινα και επιδόθηκαν στον αγώνα για άσκηση και προσευχή.                                        

 

Εν τω μεταξύ οι διωγμοί συνεχίστηκαν και κάποτε τελείωσαν. Οι μοναχοί όμως συνέχισαν να παραμένουν στις επάλξεις τους, στα αθέατα εκείνα μέρη της ερήμου. Όλες οι οπές της γης πάνω στις έρημες εκτάσεις της Νιτρίας και της Θηβαίδος εγίνονταν κατοικίες του ίδιου του Θεού αφού ο μοναχός ασκείτο στη θεοσέβεια, την αγάπη, την ομόνοια και τη δικαιοσύνη. Αυτές οι κατοικίες του Θεού έμοιαζαν σαν να ήταν ουράνιες μονές. Οι αθλητές της ερήμου υποτάσσονταν στο θέλημα του Θεού για να μπορέσουν να αντισταθούν στους πειρασμούς και στις επιθέσεις του διαβόλου.

 

Ο Μέγας Αντώνιος δημιούργησε ένα πνευματικό οργανισμό που αντιπάλευε το κοσμικό ρεύμα της εποχής και ακτινοβολούσε με τη διδασκαλία του δημιουργώντας ψυχές καθαρές.

 

Μπορεί ο Μέγας Αντώνιος να υπήρξε ο θεμελιωτής του αναχωρητικού βίου όμως ο Μέγας Παχώμιος (290 μ.Χ.), γνήσιος Αιγυπτιώτης, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Θηβαίδα, υπήρξε ο θεμελιωτής και ιδρυτής του κοινοβιακού συστήματος και εργάστηκε για την επικράτηση αυτού του μοναστικού τύπου. Οι γονείς του ήταν ειδωλολάτρες. Ο ίδιος ήταν στρατιωτικός και αφού γνώρισε το χριστιανισμό εγκατέλειψε το εγκόσμια, βαπτίστηκε χριστιανός και έψαχνε να βρει τον καλύτερο τρόπο γνωριμίας με τον Θεό. Από νωρίς κατέφυγε στο μοναχό Πλάτωνα από τον οποίο μυήθηκε στα της ασκητικής ζωής και στη συνέχεια ενδύθηκε το μοναχικό σχήμα.

 

Με την βαθιά του πίστη και την ολοκληρωτική του αφιέρωση στο Θεό έγινε πρότυπο του μοναχικού ιδεώδους. Η αγάπη του προς το Θεό και η συνεχής επικοινωνία μαζί Του, η ταπείνωση και ο πόθος του να γνωρίσουν και άλλοι τον ωραίο αυτό δρόμο που ο ίδιος γεύτηκε τον οδήγησαν στο να ιδρύσει το κοινοβιακό σύστημα μετά από θεικό όραμα κατά το οποίο Άγγελος Κυρίου του ενεχείρησε το Μοναχικό Σχήμα που μέχρι σήμερα φορούν όλοι οι Ορθόδοξοι Μοναχοί και τον κοινοβιακό κανόνα. Καλεί κοντά του νέους μοναχούς που τον ακολουθούν και τον υπακούουν. Μένουν μαζί του και ανακαλύπτουν την μυστικότητα και το μεγαλείο της κοινοβιακής πολιτείας. Έτσι ο Μέγας Παχώμιος ιδρύει τα πρώτα δείγματα του κοινοβιακού μοναχισμού στην Ταβεννησία της Άνω Αιγύπτου. Εκείνος που πρώτος τον ακολούθησε στη δύσκολη πορεία του ήταν ο κατά σάρκα αδελφός του Ιωάννης. Για την καλύτερη οργάνωση της εσωτερικής ζωής των μοναχών ο Παχώμιος συντάσσει τους μοναχικούς του κανόνες που διέπουν τον κοινοβιακό μοναχισμό και την μοναστική του δραστηριότητα. Σύμφωνα με πληροφορίες των συγχρόνων του και συγκεκριμένα τη μαρτυρία του Παλλαδίου η προσπάθειά του αυτή είχε τόση επιτυχία ώστε πολύ γρήγορα ο αριθμός των μοναχών του Παχωμίου έφτασε τις 7.000.

 

Η φήμη του κοινοβιακού συστήματος του Παχωμίου ξεπέρασε τις προσδοκίες όλων, ώστε, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να ιδρυθούν εννέα ανδρικά και δύο γυναικεία κοινοβιακά μοναστήρια. Για την επιστασία των γυναικείων μονών ο Άγιος Παχώμιος όρισε την αδελφή του Μαρία που τον ακολούθησε από την πρώτη στιγμή.

 

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το παράδειγμα του οσίου Παχωμίου πολύ γρήγορα μιμήθηκαν πολλοί αναχωρητές και ασκητές τόσο στην Ανατολή όσο και στην Δύση ώστε το σύστημα του μοναχικού κοινοβίου να καταλάβει παγκόσμιο χαρακτήρα έτσι που να το τιμούν και να θέλουν να το μιμηθούν όλοι οι μοναχοί.

 

Ο Μέγας Παχώμιος ακόμη είναι εκείνος ο οποίος από τότε εθέσπισε το άβατο στα ανδρικά κοινόβια. Πολλοί τον ακολούθησαν πιστά και στη συνέχεια αναδείχτηκαν Πατέρες της Εκκλησίας μας, προσωπικότητες θεολογικές και συγγραφείς εκκλησιαστικοί (όπως ο Άγιος Θεόδωρος Αλεξανδρείας).

 

Τόση ήταν η επίδραση των ιδεών και των θεόσδοτων κανόνων του Παχωμίου ώστε δημιουργήθηκε η λεγόμενη Παχωμιακή ανάμνηση προς τιμήν του τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Από τον τύπο της δικής του κοινοβιακής γραμμής στην μεν Ανατολή αναφέρεται άμεση επίδραση στον κανόνα του Μ. Βασιλείου στην Δύση δε οπωσδήποτε στον κανόνα του οσίου Βενεδίκτου του Νισρίου. Αυτό επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά τη σημασία της μεγάλης αυτής μορφής της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων που λαμβάνει έτσι οικουμενικό χαρακτήρα και παγκοσμιότητα.

 

Ένας λιγότερο γνωστός μα εξίσου σημαντικός ασκητής της Εκκλησίας των Αλεξανδρέων είναι ο όσιος Αρσένιος ο Μέγας, αλ-κασίρ ή αλ-κοσαγιέρ (γύρω στο 374-395 μ.Χ.), στο όνομα του οποίου υπήρχε μάλιστα περιώνυμη Μονή κοντά στο Λευκό Λιμένα των Πτολεμαίων. Σε χειρόγραφο σημείωμα της Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης αναφέρεται ότι στον τόπο όπου ήταν το Μοναστήρι του οσίου Αρσενίου σήμερα βρίσκεται ο Τεκές των Δερβίσσιδων.

 

Η Αλεξανδρινή Εκκλησία καυχάται μέχρι σήμερα για την παρουσία ενός τόσου σημαντικού μοναστηριακού κέντρου που ήκμαζε όχι μόνο κατά την εποχή των Βυζαντινών αλλά και κατά την διάρκεια της Αραβικής κατακτήσεως της Νειλοχώρας. Τόσο ο Άγιος Αρσένιος όσο και η μονή του έτυχαν πάντα της υψηλής προστασίας και εύνοιας των Μουσουλμάνων κυριάρχων σε χρόνους δύσκολους για την Ελληνορθόδοξη Εκκλησία του Αγίου Μάρκου.

 

Η καταγωγή του οσίου Αρσενίου ήταν από την Ρώμη, όπου επιδόθηκε στην μελέτη της Ελληνικής και Λατινικής παιδείας. Λόγω της μεγάλης του ικανότητας στα γράμματα και στον σεμνό και ενάρετο βίο του χειροτονήθηκε εκεί διάκονος. Με συστάσεις του Αυτοκράτορα και του Πάπα της Ρώμης ο Αρσένιος έγινε διδάσκαλος των υιών του Θεοδοσίου του Μεγάλου, Αρκαδίου και Ονωρίου. Εγκαταλείπει το Βυζάντιο και φτάνει στην Αλεξάνδρεια όπου εγκαταβιώνει στην Σκήτη της Νιτρίας και λαμβάνει το αγγελικό σχήμα και παρακολουθείται στην πνευματική του άσκηση από τον μοναχό Ιωάννη τον Κολοβό. Λέγεται μάλιστα ότι εκεί στην Νιτρία, έζησε στη συνέχεια μόνος του για σαράντα συνεχή έτη. Αφού πέρασε μερικά χρόνια στο όρος Τρώη κοντά στην ανατολική όχθη του Νείλου, έφτασε στο σημερινό Αμπουκίρ κοντά στην Αλεξάνδρεια όπου έζησε τρία έτη. Αναχώρησε τέλος για το όρος Τρώη όπου και κοιμήθηκε εν Κυρίω. Σύμφωνα με τις διηγήσεις των βιογράφων του ο Άγιος Αρσένιος είχε ολόκληρη μοναστηριακή κοινότητα γύρω του, η οποία τον ακολούθησε σε όλες τις κατά καιρούς μετακινήσεις και αποδημίες του. Βυζαντινός Αυτοκράτορας σύμφωνα με τη διήγηση του χρονογράφου Πατριάρχου Αλεξανδρείας Ευτυχίου (654-690) έκτισε μεγαλοπρεπέστατη Μονή πάνω ακριβώς από το τάφο του Αγίου Αρσενίου. Μια άλλη αξιόλογη πληροφορία είναι ότι η Μονή ανθούσε ακόμα και κατά τη διάρκεια της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Τότε η Αίγυπτος ήταν κατακτημένη από τους Άραβες. Στη Σύνοδο εκ μέρους του Πατριάρχου Αλεξανδρείας Πολιτιανού μετέσχε ο Ηγούμενος της εν λόγω Μονής, Θωμάς, ο οποίος και υπέγραψε τα πρακτικά ως ‘Θωμάς ελέω Θεού Πρεσβύτερος και Ηγούμενος του Αγίου Πατρός ημών Αρσενίου της διακειμένης εν Αιγύπτω άνω Βαβυλώνος επέχων τον τόπον των Αγίων Αποστολικών Θρόνων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων’. Ο εν λόγω Ηγούμενος λέγεται ότι κατόπιν έγινε Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης. Μάλιστα αναφέρεται ότι το Μοναστήρι υπήρξε μεγάλο προσκυνηματικό κέντρο αφού υπήρχαν σε αυτό 10 ναοί καθώς και το λείψανο του Οσίου Αρσενίου. Σύμφωνα με περιγραφές περιηγητών στη Μονή αυτή υπήρχε εποχή όπου εμόναζαν περί τους 600 μοναχούς. Τις τελευταίες πληροφορίες για την περίφημη αυτή Μονή αντλούμε από παλαιά Μηναία τα οποία βρίσκονται στη Πατριαρχική Βιβλιοθήκη Αλεξανδρείας. Μέχρι τον 16ο αιώνα η Μονή λειτουργούσε και ίσως πολλά από τα κειμήλια και τις εικόνες να μεταφέρθηκαν στη Μονή του Αγίου Γεωργίου Παλαιού Καίρου ή στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Κάιρο.       

 

Σύγχρονος του Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου ήταν και ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος. Στην αρχή της ζωής του ακολούθησε τον έγγαμο βίο. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του και ύστερα από υπόδειξη του πατέρα του, εγκατέλειψε τον κόσμο και αναχώρησε για την έρημο. Για εξήντα ολόκληρα χρόνια άσκησε τον εαυτό του και τον καλλιέργησε με την πειθαρχία και τη νηστεία έτσι ώστε να αποκτήσει από νωρίς φήμη αγίου και θαυματουργού ενώ ακόμη ζούσε. Για την σοφία και τα χαρίσματα που τον κοσμούσαν ονομάστηκε ‘παιδαριογέροντας’ κάτι που συνηθιζόταν την εποχή εκείνη για τους μοναχούς που διακρίνονταν από νωρίς στη μοναχική τους ζωή. Ο Άγιος Μακάριος άφησε ένα τεράστιο πνευματικό έργο με την συγγραφή του πολύτιμου εγχειριδίου ‘Πενήντα πνευματικές ομιλίες’ που αποτελεί ένα πραγματικό θησαυρό για την μυστική θεολογία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Ευλογήθηκε δε από τον Θεό κατά τη διάρκεια του μοναχικού του βίου να αναστήσει τρεις νεκρούς.

 

Υπάρχει πληθώρα αγίων ασκητών της Αιγυπτιακής γης που στάθηκαν στύλοι της Ορθοδοξίας και έζησαν αγγελικό βίο στις έρημες και απομονωμένες περιοχές της Θηβαίδος και της Νιτρίας. Χαρακτηριστικά αναφέρω τους Ονούφριο τον Μέγα, Παύλο τον Θηβαίο, Μακάριο Αλεξανδρείας, Παίσιο τον Μέγα, Όσιο Παφνούτιο, Αββά Απολλώ, Μοναχό Σεραπίωνα, Αμμωνά ή Αμμώνιο, Θεόδωρο, Ωρσίσιο, Αββά Κασσιανό, Δανιήλ τον Σκητιώτη, Παλλάδιο, Στέφανο, Αββά Ισίδωρο, Μάρκο, Άγιο Μαρίνο της Αιγύπτου, Θωμά τον ασκητή, Δωρόθεο τον Θηβαίο, Οσία Μαρία την Αιγυπτία, και άλλους πολλούς ανώνυμους και επώνυμους που μαρτύρησαν διά του μαρτυρίου του αίματος ή της συνειδήσεως για την πίστη τους στο Χριστό.

 

Στον χώρο της Αιγύπτου παραδείγματα μεγάλων ασκητών και δείγματα αγιότητος δεν βρίσκουμε μόνο στις ερήμους της Νιτρίας και της Θηβαίδος. Έχουμε παραδείγματα αγίων μορφών Πατριαρχών Αλεξανδρείας που έμεναν στις πόλεις αλλά ζούσαν σαν ασκητές και με τη ζωή τους έδιναν το παράδειγμα στους χριστιανούς γύρω τους. Εκείνο το οποίο ζούσαν οι νεότεροι αυτοί ασκητές του κόσμου κάτω από τραγικές πολλές φορές συνθήκες, δεν διαφέρει καθόλου από την άσκηση των μοναχών της ερήμου.

 

Ήταν και αυτοί αγωνιστές και μάρτυρες της πίστεως που, μακριά από κάθε εγκόσμια απόλαυση, προσπαθούσαν να τονίσουν την σημασία του πνευματικού αγώνα προς τελειοποίηση του ανθρώπου και την τελική θέωσή του. Ο Πορφύριος Ουσπένσκη στο έργο του ‘Το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας, συλλογή υλών, μελετών και σημειώσεων αναφερομένων εις την ιστορίαν του Πατριαρχείου’ (τόμος Α΄, Πετρούπολις 1898, 195) μας αναφέρει σημείωμα ενός Πατριάρχη του 17ου αιώνος (Κύριλλος Γ΄, Μητροφάνης, Παρθένιος Α΄) που επιγραμματικά  αναφέρει ως πρότυπο αυτών των αγίων επισκόπων της Αλεξανδρινής Εκκλησίας: ‘τον άγιον, ένδοξον, πανεύφημον απόστολον και ευαγγελιστήν Μάρκον, τον πήξαντα και θεμελιώσαντα τον πτωχότατον, αλλά αγιώτατον τούτον Πατριαρχικόν θρόνον της Αλεξανδρείας, και τους εν τω αυτώ αναδειχθέντας μεγάλους αγίους ιεράρχας τε και Πατριάρχας, Αθανασίους τε και Κυρίλλους, και Ιωάννην τον ελεήμονα...’

 

Αυτή είναι η μνήμη των ανά τους αιώνες διατελεσάντων αγίων μεγάλων διδασκάλων που έζησαν όπως ακριβώς οι μοναχοί της ερήμου για να μπορέσουν να σκορπίσουν παρηγοριά στις καρδιές του ποιμνίου τους. Η αγαθή ασκητική τους μορφή με την αγιοσύνη τους ήταν μια εμψυχωτική τονωτική εμπειρία για όλους. Η εκθαμβωτική τους παρουσία μέσα από την μόνωση και την άσκηση σκόρπιζε φως και δύναμη και αποσκοπούσε στην μεταμόρφωση και την θέωση της ανθρώπινης ύπαρξης.

 

Ο μοναχισμός, παρά τις επιμέρους τοπικές ιδιοτυπίες, διατήρησε εν τούτοις μια ενότητα σε όλη την Ορθόδοξη Ανατολή, ενότητα που διασπάστηκε μετά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (451) η οποία μπορούμε να πούμε πως ήταν ένα ορόσημο στην εξέλιξη του. Σύμφωνα με τις κανονικές αποφάσεις της Συνόδου, οι κληρικοί των μοναστηριών τάχθηκαν υπό την εξουσία των Επισκόπων της περιοχής, ενώ η ίδρυση μοναστηρίων ήταν πλέον δυνατή μόνο με την σύμφωνη γνώμη του οικείου επισκόπου και με τη δέσμευση ότι οι μοναχοί τους θα περιοριστούν αυστηρώς και μόνο στην άσκηση.

 

Ωστόσο οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους αντιπάλους και τους υποστηρικτές των αποφάσεων της Συνόδου ήταν οξύτατες (ιδιαίτερα δε κατά την περίοδο του Ακακιανού Σχίσματος), γεγονός που δυσχέρανε την εφαρμογή του κανόνα αυτού. Η δραματική για την ενότητα της Εκκλησίας κατάληξη της αντιπαράθεσης αυτής, επηρέασε και τον μοναχισμό. Η απόσχιση της Κοπτικής, Συροιακωβίτικης και Αρμενικής Εκκλησίας από το σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, επέφερε ισχυρό πλήγμα στο μοναχισμό της Αιγύπτου, της Συρίας και της Αρμενίας, αφού τόσο τα μοναστήρια των Ορθοδόξων όσο και εκείνα των μονοφυσιτών, ακολούθησαν την θεολογική αντιπαράθεση των Εκκλησιών τους. Όσον αφορά τον μοναχισμό στην χώρα του Νείλου, πέρασε σε μια περίοδο παρακμής και αφάνειας, επακόλουθο της δεινής θέσης στην οποία περιήλθε και η ευρύτερη εκκλησιαστική περιφέρεια του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας μετά την επικράτηση των Αράβων στα ζωτικότερα κέντρα της αφρικανικής Ορθοδοξίας.

 

Από τις αρχές του 7ου αιώνος ο μοναχισμός της αφρικανικής Ορθοδοξίας από κέντρο διαμορφώσεως κατέστη περιφερειακός παρατηρητής. Ωστόσο, παρά την αρνητική πορεία της γενικότερης εκκλησιαστικής ζωής του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, η πνευματική παράδοση που διαμορφώθηκε στην Αίγυπτο, έμεινε άσβεστη και ζωντανή. 

 

Στον ίδιο ιερό χώρο μια άλλη αγία και ασκητική μορφή της Αλεξανδρινής Εκκλησίας εμφανίζεται κατά τους έσχατους καιρούς, η οποία δεν διαφέρει από τις πρώτες εκείνες μορφές των ιδρυτών και εισηγητών του μοναχικού βίου και του αναχωρητισμού. Είναι ο Όσιος Πατήρ ημών Νεκτάριος ο θαυματουργός, Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Ο Άγιος Νεκτάριος λειτουργούσε στον Ιερό Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Κάιρο και ασκήτευε στους γύρω χώρους μέσα στην απομόνωση και την περιφρόνηση. Ζούσε στο κέντρο της πόλεως αλλά η ζωή του ήταν δοσμένη στην ησυχαστική εμπειρία του έρωτα προς τον Θεό. Τι κι αν ο αοίδιμος εκείνος Γέροντας Πατριάρχης Σωφρόνιος, που υπήρξε και ο ευεργέτης του παρασυρόμενος από καλοθελητές και ανθρώπινες αδυναμίες τον ταλαιπωρούσε και τον πότιζε πικρά ποτήρια καθημερινά με τους λόγους και τα γραπτά του. Ο Άγιος Νεκτάριος γονατισμένος έκλαιγε, συγχωρούσε, προσευχότανε και νήστευε αυστηρά. Γνώριζε τον βίο των αγίων πατέρων της Αιγυπτιακής ερήμου και προσπαθούσε να μιμηθεί τη ζωή τους.

 

Μέσα λοιπόν στην δισχιλιετή αυτή πορεία της ιστορίας του παλαιφάτου Θρόνου του Αγίου Μάρκου η παρουσία ενός σύγχρονου ασκητού και μοναχού επισφραγίζει την σπουδαία συμβολή του μοναχικού ιδεώδους στην ανάπτυξη και εδραίωση του ανατολικού Ορθόδοξου μοναχισμού. Ο Άγιος Νεκτάριος καλλιέργησε μέσα του και ακολούθησε έμπρακτα την οδό των μεγάλων ασκητών της ερήμου. Και όταν ακόμη ζούσε στον κόσμο και εργαζόταν τα περί του κόσμου η σκέψη του ήταν στην ησυχία και την ερημία. Ποθούσε και ονειρευόταν τον μονήρη βίο. Για αυτό και στο τέλος, αυτή η ακατανίκητη δύναμις και η αγάπη της μονώσεως, τον οδήγησε προς το μοναστήρι. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός ότι ξεκίνησε την εκκλησιαστική ζωή του ως Μοναχός για να κοιμηθεί και πάλι ως Μοναχός αν και έφερε το αξίωμα του Επισκόπου.

 

Σε εκκλησιαστικό λόγο που εκφώνησε ο Άγιος Νεκτάριος, ως Αρχιμανδρίτης στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Νικολάου στο Κάιρο, την Α΄ Κυριακή των Νηστειών χωρίς να εκφεύγει ακριβώς από το σκοπό και την αποστολή του αναχωρητισμού και του ασκητικού βίου τόνιζε με έμφαση πρώτα την προς τον Θεόν αγάπη και ύστερα την προς τον πλησίον για να ολοκληρώσει έτσι το μοναχικό ιδεώδες το οποίο αποκτάται με την θεία χάρη και την ευδοκία του Θεού. Δεν υπάρχει άλλη οδός για να μπορέσει ο μοναχός να ξεχάσει όλα όσα σχετίζονται με τον κόσμο. Δεν τον απασχολούν πλέον ούτε αυτοί οι ίδιοι οι κατά σάρκα συγγενείς και άλλα στενά πρόσωπα που του θυμίζουν τον κόσμο.

 

Αυτή η παράδοσις και σήμερα αναβιώνει και συνεχίζεται με πρωτοπόρο εμπνευστή και καθοδηγητή τον Μακαριώτατο Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Πέτρο Ζ΄ που από την ημέρα της αναρρήσεώς του στον Πατριαρχικό Θρόνο, ως διάδοχος του Αγίου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Μάρκου και των μεγάλων μορφών που υπηρέτησαν ως Προκαθήμενοι την Αλεξανδρινή Εκκλησία, προσπαθεί όχι μόνο να ανακαινίσει και επανδρώσει όλες τις Ιερές Πατριαρχικές Μονές αλλά και να ιδρύσει νέες σε ολόκληρο τον Αφρικανικό χώρο.

 

Ήδη ανακαινίστηκαν και επανδρώθηκαν οι Πατριαρχικές Μονές του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια και του Αγίου Γεωργίου Παλαιού Καίρου με νέους, μορφωμένους και εφορμούμενους από ιεραποστολικό ζήλο κληρικούς και μοναχούς που κατανοώντας τον αγώνα και την αγωνία του Προκαθημένου της Αλεξανδρινής Εκκλησίας για την διατήρηση και την συνέχιση των οσίων και των ιερών της πίστεώς και του Γένους μας, έσπευσαν και προσφέρουν την ταπεινή τους διακονία κρατώντας αναμμένο το καντηλάκι της Ορθοδοξίας στην Νειλοχώρα.

 

Παράλληλα, με πρωτοβουλία του Πατριάρχου μας εφαρμόστηκε το κοινοβιακό σύστημα τόσο στην έδρα του Παλαιφάτου Πατριαρχείου, όσο και στην Πατριαρχική Επιτροπεία Καίρου. Έτσι για πρώτη φορά, μετά από αιώνες, βλέπουμε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας να παρακάθετε καθημερινά σε κοινοβιακή τράπεζα με τους πατέρες και αδελφούς που διακονούν στο Πατριαρχείο και να συμμετέχει στις καθημερινές ακολουθίες.

 

Τέλος, με χαρά, διαπιστώνουμε την ίδρυση Ιερών Μονών σε όλη την Αφρικανική Επικράτεια. Με πρωτοβουλία και την θερμή συμπαράσταση του Μακαριωτάτου λειτουργούν σήμερα Ιερές Μονές στην Κένυα, στο Ζαίρ, στην Μαδαγασκάρη, στην Νιγηρία και στο Μπενίν, ενώ υπό ίδρυση βρίσκονται Ιερές Μονές στο Καμερούν, στην Τανζανία και στην Νότιο Αφρική.

 

Όλα αυτά τα χαροποιά και ελπιδοφόρα μηνύματα αναβίωσης του Ορθοδόξου κοινοβιακού μοναχισμού στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και γενικότερα στην Αφρικανική Ήπειρο, αλλά και η μεγάλη προσφορά των σημερινών μοναχών και μοναζουσών στο ποιμαντικό και ιεραποστολικό έργο της Αλεξανδρινής Εκκλησίας έρχονται να επιβεβαιώσουν την σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα του Μοναχισμού στην τρίτη χιλιετία.

 

Τελειώνοντας δεν έχουμε παρά να ευχηθούμε το όραμα του Μακαριωτάτου Πατριάρχου Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Πέτρου Ζ’, που δεν είναι άλλο από την αναβίωση και ανάπτυξη του Ορθοδόξου μοναχισμού, στην γενέτειρα του την Αίγυπτο αλλά και σε όλη την Αφρική, να ολοκληρωθεί και να αποδώσει πνευματικούς καρπούς προς δόξαν του Τριαδικού Θεού, προς τιμήν της ιστορίας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, και για το καλό συμπάσης της Ορθοδόξου Εκκλησίας. 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-         Το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής στο χρόνο, Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Μητροπολίτου Καρθαγένης

  -        Η παρουσία του Μοναχισμού στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας, Διαχρονική Προσφορά, Σεβ. Μητροπολίτου Κένυας κ. Μακαρίου

 

Αμμούν ή Αμμώνιος

 -         Πατρολογία, Στυλιανού Παπαδόπουλου, τομ. Β΄, 158, 714-715

 

Μακάριος

 -         Πατρολογία, Στυλιανού Παπαδόπουλου, τομ. Β΄, 158, 549-551

 -         Αποφθέγματα Πατέρων, P.G. 65, 71-440

 -         Πνευματικαί ομιλίαι, Βόλος 1954, 24 (χωρίο)

 

Παχώμιος

 -         Βίος Αγίου Παχωμίου, F. Halkin, 1932

 

-         Ο αναχωρητικός Μοναχισμός κατά τον Δ’ αιώνα, ο βίος του Μεγάλου Ονουφρίου, Θεολογία, Π. Πάσχου, τομ. ΞΑ΄ 817-858 (μίμηση παραδείγματός Παχωμίου)

 

Σχέσεις Μοναχών

 -         Πατρολογία, Στυλιανού Παπαδόπουλου, τομ. Β΄, 158

 

Ακακιανό Σχίσμα

 -         Εκκλησιαστική Ιστορία, Βλ. Φειδάς, 945-946

 -        Οι Βυζαντινοί ασκητικοί και πνευματικοί Πατέρες, Γ. Φλωρόσφσκυ, 161

 

Άγιος Αντώνιος

 -         Βίος του Αγίου Πατρός ημών Αντωνίου του Μεγάλου, υπό Αγίου Αθανασίου, Χρ. Δασυγένους, 1948

 -         Βίος και Πολιτεία του οσίου Αντωνίου, Μ. Αθανσίου, P.G. 26, 844B

 -         Άγιος Αντώνιος ο πατέρας της Ερήμου, Λ. Τσακιρίδη, Αθήνα 1995

 -        Αντώνιος ο Μέγας, διαμορφωτής του Αναχωρητικού Μοναχισμού, Στ. Παπαδόπουλου, Αθήνα 1958, νεοελληνική απόδοση έργου του Μ. Αθανασίου (βιογραφία Μ. Αντωνίου)

 -        Η Ορθοδοξία, Π. Ευδοκίμοφ, Αγαμέμνων Μουρτσόπουλος, Αθήνα 1972, 28, σημ. 35 & 140 (πληθώρα οπαδών Αγίου Αντωνίου)

 

Ζωή στην έρημο της Νιτρίας

-    Ο Μοναχισμός και τα Ρωσικά μοναστήρια, Αρχιμ. Χαραλ. Βασιλόπουλου, 1980

 

Παλλάδιος

 -         Η κατά Αίγυπτον των μοναχών ιστορία 2.13, Palladius und Rufinus, Gissen 1987

 -         Ιστορία του Μοναχισμού, Ευλογίου Κουρίλα Λαυριώτου, Θεσσαλονίκη, 1929, 3 (χωρίο)

 

Πλεονασμός ειδωλολατρίας στην Αίγυπτο

 -         Η προς Λαύσιον Ιστορία ήτοι μοναχών ιστορία περιέχουσα βίους ερημιτών πατέρων, Αυγουστίνου Μοναχού Ιορδανίτου, Ιεροσόλυμα, 1914, στ΄     

 

Νείλος Ασκητής

 -         Περί προσευχής, Νείλου του Ασκητού, 121-125, P.G. 79, 1193 BC

 

Μοναχικού Βίου Νομοθεσία

 -         Εγκώμιον εις Μ. Αθανάσιον, Γρηγορίου του Θεολόγου, P.G. (Migne), 5, 35, 1085D, 1088A

 

Όρος Τούρα

-        Ιστορία του επί του όρους Τούρα Μοναστηρίου του Οσίου Αρσενίου του Μεγάλου, Νικολάου Φιριππίδου, Εκκλησιαστικός Φάρος, 1936     

 

Άγιος Νεκτάριος

 -         Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, η Πρώτη άγια Μορφή των καιρών μας, Ιστορική Βιογραφία βασισμένη σε αυθεντικές πηγές, Σοφοκλή Δημητρακοπούλου, Αθήνα 1998

 -         Λόγος εκκλησιαστικός Μ. Αρχιμανδρίτου του Πατριαρχικού Θρόνου Νεκταρίου Κεφαλά, Εν Αλεξανδρεία, Τύποις Ομονοίας, 1886, 12-14

 

Χωρίον Ουσπένσκη

 -         Χριστιανική Ανατολή, το Πατριαρχείον Αλεξανδρείας, Συλλογή υλών, μελετών και σημειώσεων αναφερομένων εις την ιστορίαν του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, Πορφυρίου Ουσπένσκη, τομ. Α΄, Πετρούπολις 1898, 195